Ρήξη στροφέων του ώμου (Rotator cuff tear)

Ρήξη στροφέων του ώμου (Rotator cuff tear)

Οι στροφικοί μύες του ώμου είναι μία ομάδα τεσσάρων μυών, οι οποίοι συνεισφέρουν στη σταθερότητα της άρθρωσης και ευθύνονται για την ανύψωση και τις στροφικές κινήσεις του. Οι μύες του στροφικού πετάλου (rotator cuff) είναι οι :

• Υπερακάνθιος
• Υποπλάτιος
• Υπακάνθιος
• Ελάσσων στρογγύλος

Tι είναι η ρήξη στροφικού πετάλου;
Η ρήξη των τενόντων του ώμου είναι μία συχνή πάθηση. Υπολογίζεται ότι στις Η.Π.Α. (2010) υποβλήθηκαν 200.000 ασθενείς σε επισκευή ρήξης και ακόμη 400.000 σε χειρουργείο λόγω τενοντίτιδας ή μερικής ρήξης. Ρήξη ονομάζεται η επώδυνη κατάσταση κατά την οποία ο τένοντας του ώμου έχει κοπεί ή αποκολληθεί από το σημείο στο οποίο καταφύεται στο βραχιόνιο. Συχνότερη είναι η ρήξη του υπερακανθίου και ακολουθούν αυτές του υπακανθίου και του υποπλατίου.
Ο τένοντας του υπερακανθίου περιορίζεται ανάμεσα σε δύο οστικές δομές –την κεφαλή του βραχιονίου και το ακρώμιο της ωμοπλάτης . Επίσης , υπάρχουν σημεία στα οποία η αιμάτωσή του είναι σχετικά μειωμένη. Αυτά τα δεδομένα τον καθιστούν ευάλωτο σε βλάβες. Επαναλαμβανόμενες κινήσεις μπορούν να προκαλέσουν μικροτραυματισμούς στον τένοντα και να είναι αιτία ρήξης. Επίσης, αιτία μπορεί να είναι το «σύνδρομο πρόσκρουσης» (impingement), όπου ο τένοντας συμπιέζεται ανάμεσα στα δύο προαναφερθέντα οστά.
Η ρήξη μπορεί να επέλθει ως αποτέλεσμα αθλητικής δραστηριότητας , μετά από πτώση στο προτεταμένο άκρο, μετά από προσπάθεια ανύψωσης μεγάλου βάρους ή μετά από έντονο τράβηγμα. Σε ασθενείς μεγαλύτερης ηλικίας παρατηρούνται και χρόνιες ρήξεις λόγω εκφύλισης του τένοντα.
Οι ρήξεις κατηγοριοποιούνται ανάλογα με το πλήθος των τενόντων, τη χρονιότητά τους, την έκταση , το πάχος τους και τη θέση τους . Όλοι αυτοί οι παράγοντες είναι ταυτόχρονα και προγνωστικοί ως προς την πορεία της πάθησης και υπαγορεύουν τη σωστή αντιμετώπισή της.

Ποια είναι τα συμπτώματα?
• Το συχνότερο σύμπτωμα και αιτία επίσκεψης στο ιατρείο είναι ο πόνος , που μπορεί να περιορίζεται στο σημείο της βλάβης ή περιαρθρικά στον ώμου, αλλά μπορεί να επεκτείνεται μέχρι και τον αγκώνα. Ο πόνος ταλαιπωρεί τον ασθενή ακόμη και κατά τη διάρκεια του ύπνου
• Η επώδυνη κίνηση του ώμου κατά την κάμψη και την απαγωγή του.
• Όταν η ρήξη έιναι πλήρης , ο ασθενής αδυνατεί να ανυψώσει το άκρο. Η πλήρης ρήξη ενίοτε προκαλεί λιγότερο πόνο από τη μερική
Η διάγνωση τίθεται από το ιστορικό και την κλινική εξέταση, αλλά επιβεβαιώνεται με απεικονιστικές εξετάσεις , όπως ο υπέρηχος και η μαγνητική τομογραφία. Έτσι καθορίζεται σαφώς το είδος της ρήξης και η ενδεδειγμένη αντιμετώπισή της.

Ποια είναι η αντιμετώπιση της βλάβης;
Η μεγάλη πλειοψηφία ασθενών με ρήξη στροφικού πετάλου αντιμετωπίζεται συντηρητικά . Συνίσταται ακινητοποίηση του άνω άκρου με την χρήση ανάρτησης και παγοθεραπεία. Βασικό είναι να αποφεύγονται οι κινήσεις, που αυξάνουν τα συμπτώματα. Η φαρμακευτική αγωγή με αντιφλεγμονώδη θα βοηθήσει στη μείωση του πόνου και της φλεγμονής και συνήθως ακολουθείται από ένα πρόγραμμα εξειδικευμένης σταδιακής φυσικοθεραπευτικής αντιμετώπισης.
Η χρήση ενδαρθρικών εγχύσεων με κορτικοστεροειδή τα τελευταία χρόνια περιορίζεται σε πολύ λίγες περιπτώσεις ασθενών , καθώς η βελτίωση της συμπτωματολογίας δυστυχώς συνοδεύεται με περεταίρω εκφύλιση του τένοντα. Μία σύγχρονη μέθοδος αντιμετώπισης αποτελεί η ενδαρθρική έγχυση αυτόλογων παραγόντων (platelet rich plasma-PRP) , η οποία και χρησιμοποιείται ευρέως στην αθλητιατρική.

Πότε χρειάζεται χειρουργική επέμβαση;
Η απόφαση για χειρουργική αντιμετώπιση σχετίζεται αφενός με τις ιδιαιτερότητες της ίδιας της ρήξης (μέγεθος , θέση, χρονιότητα κ.τ.λ.) , αφετέρου με την εμμονή των συμπτωμάτων παρά την ορθή αντιμετώπιση της βλάβης. Συνήθως στο χειρουργείο οδηγούνται ασθενείς δραστήριοι, ηλικίας μικρότερης των 60 ετών , αθλητές και ασθενείς με πλήρη ρήξη του τένοντα.

Η επέμβαση πραγματοποιείται αρθροσκοπικά. Ο χειρουργός επιβλέπει και διορθώνει τη ρήξη και αντιμετωπίζει όποια άλλη ενδοαρθρική παθολογία συνυπάρχει. Η επισκευή γίνεται είτε με συρραφή των τμημάτων του τένοντα ή με καθήλωσή του με χρήση ειδικών αγκυρών στο βραχιόνιο οστό. Πολύ συχνά κατά τη διάρκεια της επέμβασης διενεργείται και η υπακρωμιακή αποσυμπίεσή του. Σπάνιες περιπτώσεις απαιτούν την ανοικτή αντιμετώπιση μίας ρήξης ή τη χρησιμοποίηση εξειδικευμένων τεχνικών. Η αρθροσκοπική επέμβαση ,αν και απαιτητική τεχνικά, γίνεται με ελάχιστη παρεμβατικότητα ,έχει χαμηλή νοσηρότητα και υψηλά ποσοστά επιτυχίας . Η επέμβαση ακολουθείται από ακινητοποίηση του ώμου για μερικές εβδομάδες και φυσικοθεραπευτική αποκατάσταση, με σκοπό την ορθή επούλωση και ενδυνάμωση του ώμου.
Σε περίπτωση χειρουργικής αποκατάστασης το πρόγραμμα ορίζεται από τον ιατρό ο οποίος θα δώσει τις κατευθυντήριες οδηγίες πάνω στις οποίες θα χτιστεί το πρόγραμμα αποκατάστασης. Συνήθως μετά την επέμβαση επιλέγεται ακινητοποίηση με νάρθηκα για μερικές βδομάδες . Στην συνέχεια, το πρόγραμμα αποκατάστασης είναι σχεδόν ίδιο με της συντηρητικής θεραπείας με στόχο βέβαια την ομαλή επούλωση των χειρουργηθέντων στοιχείων.

Οι τελευταίες κατευθυντήριες οδηγίες αντιμετώπισης της ρήξης αναφέρονται εδώ
http://www.aaos.org/Research/guidelines/RCPGuideline.asp